Στο ιατρείο του Ιωάννη Ράπτη τα προβλήματα υπογονιμότητας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της “Ορμονικής Σχολής της Φρανκφούρτης” – Frankfurter Hormonschule και της Διεθνούς Εταιρείας Γυναικολογικής Ενδοκρινολογίας – ISGE.
Ακολουθήστε μας
Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μια διέξοδο για τις γυναίκες και τα ζευγάρια που επιθυμούν αλλά αδυνατούν λόγω προβλημάτων υπογονιμότητας να αποκτήσουν παιδί.
Κατά τη διαδικασία λαμβάνονται ωάρια από τη γυναίκα, τα οποία γονιμοποιούνται μέσα στο εργαστήριο από σπερματοζωάρια του άνδρα. Στη συνέχεια, τα γονιμοποιημένα ωάρια (έμβρυα) μεταφέρονται στη μήτρα της γυναίκας, με στόχο την εμφύτευσή τους.
Είναι υψίστης σημασίας να σημειωθεί, ότι η επιτυχία της διαδικασίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, με βασικότερους την ηλικία της γυναίκας, την ποιότητα του σπέρματος, τον λόγο της υπογονιμότητας και την κατάρτιση του υπεύθυνου γυναικολόγου και εμβρυολόγου.
Λόγοι που συνήθως οδηγούν τους ειδικούς στην υποβοήθηση με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι οι εξής:
Η εξωσωματική γονιμοποίηση διακρίνεται στα παρακάτω στάδια:
Ανάλογα με το πρωτόκολλο που ακολουθείται, χορηγείται στη γυναίκα αγωγή ενέσιμων φαρμάκων για χρονικό διάστημα 10-14 ημερών. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσονται ταυτόχρονα πολλαπλά ωάρια (ωοθυλάκια). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής πραγματοποιούνται διαδοχικοί υπέρηχοι με σκοπό την παρακολούθηση της ωρίμανσης των ωοθυλακίων. Μόλις αυτά αναπτυχθούν αρκετά επέρχεται η ωορρηξία σε καθορισμένο χρονικό σημείο προκειμένου να προγραμματιστεί η λήψη των ωαρίων (ωοληψία).
Με τη χρήση μιας βελόνας και ενός μηχανήματος υπερήχου ο γιατρός συλλέγει διαμέσου του κόλπου τα ωάρια από τις ωοθήκες. Πρόκειται για μια σύντομη, ανώδυνη και απόλυτα ασφαλή διαδικασία, για την οποία η γυναίκα λαμβάνει ελαφρά αναισθησία. Μία ώρα μετά το πέρας της ωοληψίας, η γυναίκα επιστρέφει στην καθημερινότητά της.
Την ίδια ημέρα ο άνδρας καταθέτει το σπέρμα, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία εμβρύων.
Οι εμβρυολόγοι, μετά από κατάλληλη προετοιμασία, αναμειγνύουν ωάρια και σπερματοζωάρια με στόχο τη γονιμοποίηση. Την επόμενη μέρα αξιολογείται ο αριθμός των γονιμοποιήσεων και 4 μέρες αργότερα ο αριθμός των εμβρύων (βλαστοκυστών) προς εμβρυομεταφορά.
Μετά από 5 ημέρες ελέγχου οι βλαστοκύστες τοποθετούνται μέσα σε έναν ειδικό καθετήρα και εγχύονται στη μήτρα της γυναίκας. Πρόκειται για μια απλή διαδικασία, η οποία δεν απαιτεί τη χορήγηση αναισθησίας. Μετά την εμβρυομεταφορά, η ασθενής θα πρέπει να μείνει ξαπλωμένη για μισή ώρα και στη συνέχεια επιστρέφει σπίτι της. 10-14 μέρες αργότερα η επιτυχημένη σύλληψη διαπιστώνεται με ένα απλο τεστ εγκυμοσύνης.
Για τις γυναίκες που δεν επιθυμούν ή αντενδείκνυται να ακολουθήσουν τη φαρμακευτική αγωγή διέγερσης των ωοθηκών υπάρχει η επιλογή που ονομάζεται εξωσωματική γονιμοποίηση σε φυσικό κύκλο.
Η μόνη διαφορά με την κλασική εξωσωματική γονιμοποίηση συνίσταται στο ότι, με τη συγκεκριμένη μέθοδο μπορούν να ληφθούν ένα ή δύο ωάρια χωρίς να προηγηθεί η ενέσιμη ορμονική διέγερση των ωοθηκών.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση σε φυσικό κύκλο είναι κατάλληλη κυρίως για γυναίκες, οι οποίες:
Η θεραπεία Mini IVF αποτελεί μία πρωτοποριακή μορφή υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και περιλαμβάνει την κλασσική διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης ωαρίων, με χρήση ωστόσο ελάχιστης ποσότητας φαρμάκων, τα οποία δίνονται από το στόμα ή μέσω λίγων μόνο ενέσεων.
Η μέθοδος απευθύνεται κυρίως σε γυναίκες, οι οποίες:
Βήματα μετά από τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης
Μετά την περάτωση της διαδικασίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης ακολουθούν 10 περίπου ημέρες αναμονής, μετά τις οποίες ο έλεγχος της β’ χοριακής στο αίμα θα αποκαλύψει την επίτευξη ή μη της εγκυμοσύνης.
Στο χρονικό αυτό διάστημα πραγματοποιείται λήψη από το στόμα ειδικής ορμονικής αγωγής με στόχο την υποστήριξη του ενδομητρίου, το οποίο έχει υποδεχθεί το έμβρυο.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών συμπτώματα όπως πρήξιμο στο στήθος, αίσθημα τάσης στην κοιλιά και κατακράτηση υγρών δεν αποτελούν ουσιαστικές ενδείξεις για πιθανή εγκυμοσύνη αλλά συμπτώματα της φαρμακευτικής αγωγής.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι μία ασφαλής διαδικασία και η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών εξαιρετικά μικρή.
Άξια αναφοράς είναι η πιθανότητα υπερδιέγερσης των ωοθηκών. Πρόκειται στην ουσία για μία υπερβολική απάντηση των ωοθηκών στην ορμονική θεραπεία διέγερσης με αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή οιστρογόνων.
Αυτή συνοδεύεται από συμπτώματα όπως κοιλιακό άλγος, έμετοι, αιματολογικές διαταραχές, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί η νοσηλεία της ασθενούς στο νοσοκομείο.
Τα έμβρυα, τα οποία προκύπτουν μέσω της διαδικασίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης παρουσιάζουν ελαφρώς αυξημένη πιθανότητα για ορισμένες γενετικές ανωμαλίες, η οποία ωστόσο παραμένει σε απόλυτους αριθμούς εξαιρετικά μικρή.
Οι διαγνωστικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορούν με μεγάλη ακρίβεια να αποκλείσουν πιθανές γενετικές διαταραχές και να επιβεβαιώσουν το καλώς έχειν του εμβρύου.
Το κόστος της εξωσωματικής γονιμοποίησης διαφοροποιείται αναλόγως του πρωτοκόλλου που ακολουθείται, των φαρμάκων που επιλέγονται, του κέντρου εξωσωματικής όπου πραγματοποιείται η διαδικασία και των απαιτήσεων του υπεύθυνου ιατρού.
Ο γιατρός σας, αναλόγως του ιστορικού σας και σε συνεννόηση με το κέντρο εξωσωματικής θα σας ενημερώσει σχετικά με το κόστος.
Η πιθανότητα επιτυχίας μιας εξωσωματικής γονιμοποίησης καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την ηλικία και το ιατρικό ιστορικό της ασθενούς καθώς επίσης από την επιστημονική κατάρτιση του υπεύθυνου ιατρού.
Άλλοι σημαντικοί παράγοντες είναι οι εξής:
Η ποιότητα του σπέρματος.
Το αίτιο της υπογονιμότητας.
Ο εξοπλισμός και η επιστημονική κατάρτιση των εμβρυολόγων του κέντρου υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Ενδεικτικά η στατιστική πιθανότητα μιας γυναίκας ηλικίας 38 ετών να καταφέρει με την πρώτη προσπάθεια εξωσωματικής να συλλάβει κυμαίνεται στο 35%. Την ίδια στιγμή η ίδια πιθανότητα για μία γυναίκα 42 ετών κυμαίνεται στο 15%.
Ως υπογονιμότητα ορίζουμε την αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη μετά από τουλάχιστον 12 μήνες τακτικών (2-3 την εβδομάδα) επαφών. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα η πιθανότητα ύπαρξης κάποιας παθολογίας είναι αρκετά υψηλή και καλό θα ήταν τα ζευγάρια να απευθύνονται στους ειδικούς.
Όταν η αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας είναι προχωρημένη (άνω των 37 ετών) η διερεύνηση γονιμότητας ενός ζευγαριού μπορεί για λόγους εξοικονόμησης χρόνου να ξεκινήσει νωρίτερα.
Οι θεραπείες της εξωσωματικής γονιμοποίησης αποτελούν ένα σχετικά καινούργιο επίτευγμα της ιατρικής, με την πρώτη επιτυχή προσπάθεια να καταγράφεται 45 μόλις χρόνια πριν.
Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει κάποια συσχέτιση των φαρμάκων της εξωσωματικής γονιμοποίησης με μακροχρόνια προβλήματα υγείας για τις ασθενείς (κακοήθειες, αυτοάνοσα νοσήματα, καρδιολογικά προβλήματα κτλ.), ενώ οι έρευνες ακόμη συνεχίζονται.
Η διαδικασία της ωοληψίας πραγματοποιείται με υπερηχογραφική καθοδήγηση και περιλαμβάνει τη λήψη ωαρίων από τις ωοθήκες μέσω του κόλπου με τη βοήθεια μιας λεπτής βελόνας. Η γυναίκα λαμβάνει ελαφρά αναισθησία και η όλη διαδικασία διαρκεί λίγα λεπτά. Είναι μια ασφαλής πράξη, μετά τη οποία η ασθενής μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις δραστηριότητές της.
Το στάδιο της βλαστοκύστης είναι κρίσιμο για την επιτυχία της εξωσωματικής, καθώς τα έμβρυα που φτάνουν σε αυτό το σημείο ανάπτυξης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφυτευτούν στη μήτρα. Η μεταφορά βλαστοκύστεων επιτρέπει τον αποκλεισμό εμβρύων με μικρή ικανότητα ανάπτυξης μέσω της φυσικής επιλογής.
Μια γυναίκα θεωρείται ότι είναι έτοιμη για την εμβρυομεταφορά όταν η εσωτερική επένδυση της μήτρας, το ενδομήτριο, έχει κατάλληλο πάχος και συγκεκριμένη μορφολογία για την εμφύτευση του εμβρύου. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται με τη βοήθεια υπερήχου.
Μετά τη διαδικασία η κατάκλιση δεν είναι απαραίτητη και η γυναίκα μπορεί να επανέλθει στις δραστηριότητές της. Την ίδια στιγμή η ψυχολογική ευεξία αλλά και ο υγιεινός τρόπος ζωής αυξάνουν την πιθανότητα επιτυχίας. Αυτονόητη θεωρείται η κατά γράμμα τήρηση του σχετικού φαρμακευτικού πρωτοκόλλου μέχρι το χρονικό σημείο του τεστ εγκυμοσύνης.
Ναι, υπό προϋποθέσεις εφαρμόζονται τεχνικές προεμφυτευτικού ελέγχου που επιτρέπουν τον εντοπισμό πιθανών γενετικών ασθενειών στα έμβρυα πριν από την εμβρυομεταφορά. Έτσι, επιλέγονται για μεταφορά τα έμβρυα με τις μεγαλύτερες πιθανότητες υγιούς ανάπτυξης και επιτυχημένης εγκυμοσύνης.