Ο Ιωάννης Ράπτης διαθέτει κλινική εμπειρία από τη θέση του Επιμελητή Ά του γερμανικού περιγεννητικού κέντρου AΚΗ Hagen. Εκεί έλαβε πλήρη εκπαίδευση στον τομέα Ειδική Μαιευτική και Περιγεννητική Ιατρική (Spezielle Geburtshilfe und Perinatal Medizin) και εξειδικεύτηκε στις κυήσεις υψηλού κινδύνου και τους επιπλεγμένους τοκετούς.
Ακολουθήστε μας
Η εξέταση Β΄ επιπέδου, γνωστή και ως αναλυτικό υπερηχογράφημα ανατομίας του εμβρύου, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υπερηχογραφικές εξετάσεις της εγκυμοσύνης. Πραγματοποιείται συνήθως μεταξύ της 20ής και της 24ης εβδομάδας κύησης και έχει ως βασικό στόχο τη λεπτομερή αξιολόγηση της ανατομίας και της ανάπτυξης του εμβρύου, με σκοπό την έγκαιρη αναγνώριση πιθανών ανατομικών ανωμαλιών.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ελέγχονται συστηματικά τα επιμέρους όργανα και ανατομικά συστήματα του εμβρύου. Παράλληλα αξιολογούνται η ανάπτυξή του, η θέση και η μορφολογία του πλακούντα, η ποσότητα του αμνιακού υγρού και ο ομφάλιος λώρος. Όπου ενδείκνυται, μπορούν επίσης να αξιολογηθούν υπερηχογραφικοί δείκτες που σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα ορισμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών.
Η εξέταση Β΄ επιπέδου περιλαμβάνει συστηματικό και λεπτομερή έλεγχο της ανατομίας του εμβρύου. Μέσα από συγκεκριμένες υπερηχογραφικές τομές αξιολογούνται τα επιμέρους όργανα και ανατομικά συστήματα, μεταξύ των οποίων:
Παράλληλα πραγματοποιούνται βιομετρικές μετρήσεις του εμβρύου, ώστε να αξιολογηθεί η ανάπτυξή του, ενώ ελέγχονται επίσης η θέση και η μορφολογία του πλακούντα, η ποσότητα του αμνιακού υγρού και ο ομφάλιος λώρος.
Κατά την εξέταση μπορεί ακόμη να αναζητηθούν ορισμένοι υπερηχογραφικοί δείκτες (soft markers), οι οποίοι ενδέχεται να σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα συγκεκριμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών.
Η εξέταση Β΄ επιπέδου δεν αποτελεί πρωτίστως εξέταση χρωμοσωμικού ελέγχου. Η εκτίμηση του κινδύνου για συχνές χρωμοσωμικές ανωμαλίες πραγματοποιείται νωρίτερα στην εγκυμοσύνη, με τον υπερηχογραφικό έλεγχο της αυχενικής διαφάνειας και, ανάλογα με την περίπτωση, με άλλες μεθόδους προγεννητικού ελέγχου, όπως το NIPT.
Το υπερηχογράφημα Β΄ επιπέδου δεν απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία. Η έγκυος μπορεί να φάει και να πιει κανονικά πριν από την εξέταση και δεν χρειάζεται να ακολουθήσει κάποια ειδική διατροφή τις προηγούμενες ημέρες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί η ουροδόχος κύστη να είναι μέτρια γεμάτη, καθώς αυτό μπορεί να διευκολύνει την απεικόνιση ορισμένων ανατομικών δομών.
Χρήσιμο είναι επίσης να υπάρχουν διαθέσιμα τα αποτελέσματα προηγούμενων εξετάσεων της εγκυμοσύνης, όπως το υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας, το NIPT ή τυχόν άλλος προγεννητικός έλεγχος, ώστε να συνεκτιμηθούν κατά την εξέταση.
Η εξέταση πραγματοποιείται από ιατρό με εξειδίκευση στον προγεννητικό υπερηχογραφικό έλεγχο και διαρκεί συνήθως περίπου 20–40 λεπτά. Είναι ανώδυνη και ασφαλής για τη μητέρα και το έμβρυο.
Η διάρκειά της μπορεί να είναι μεγαλύτερη όταν η θέση του εμβρύου δεν επιτρέπει την άμεση απεικόνιση όλων των ανατομικών δομών, όταν υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες στην εξέταση ή όταν απαιτείται πιο λεπτομερής έλεγχος συγκεκριμένων ευρημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί μικρή διακοπή ή επανέλεγχος σε μεταγενέστερο χρόνο, ώστε να ολοκληρωθεί με ακρίβεια η αξιολόγηση.
Το υπερηχογράφημα πραγματοποιείται κυρίως διακοιλιακά, με την έγκυο σε ύπτια ή ελαφρώς πλάγια θέση.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης λαμβάνονται συγκεκριμένες και τυποποιημένες υπερηχογραφικές τομές, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες και τα καθιερωμένα πρωτόκολλα προγεννητικού υπερηχογραφικού ελέγχου, όπως αυτά της ISUOG και, όπου εφαρμόζεται, του Fetal Medicine Foundation (FMF).
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης Β΄ επιπέδου και την αξιολόγηση όλων των απαραίτητων ανατομικών δομών, ο ιατρός ενημερώνει τους γονείς για τα ευρήματα του υπερηχογραφήματος.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εξέταση δεν αναδεικνύει κάποια σημαντική ανατομική ανωμαλία. Εάν, ωστόσο, εντοπιστεί ένα εύρημα που χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση, ο ιατρός εξηγεί τη σημασία του και προτείνει τα κατάλληλα επόμενα βήματα.
Ανάλογα με το είδος του ευρήματος, μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένος επανέλεγχος, εμβρυϊκό υπερηχοκαρδιογράφημα ή επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος, όπως αμνιοπαρακέντηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να συστηθεί παρακολούθηση της κύησης με επιπλέον υπερηχογραφικούς ελέγχους.
Η εξέταση Β΄ επιπέδου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεθόδους προγεννητικού ελέγχου για την ανίχνευση δομικών ανωμαλιών του εμβρύου. Όταν πραγματοποιείται από κατάλληλα εκπαιδευμένο και έμπειρο ιατρό, με σύγχρονο υπερηχογραφικό εξοπλισμό, μπορεί να εντοπίσει μεγάλο ποσοστό των σοβαρών συγγενών ανατομικών ανωμαλιών. Ωστόσο, κανένα υπερηχογράφημα δεν μπορεί να αποκλείσει όλες τις πιθανές παθήσεις ή αναπτυξιακές διαταραχές του εμβρύου.
Η δυνατότητα ανίχνευσης εξαρτάται σημαντικά από το είδος της ανωμαλίας. Ορισμένες παθήσεις έχουν χαρακτηριστική υπερηχογραφική εικόνα και μπορούν να αναγνωριστούν με μεγάλη ακρίβεια, ενώ άλλες —ιδιαίτερα ορισμένες καρδιοπάθειες ή μικρότερες ανατομικές ανωμαλίες— μπορεί να είναι δυσκολότερο να διαγνωστούν κατά το υπερηχογράφημα του δεύτερου τριμήνου.
Η ποιότητα της απεικόνισης μπορεί επίσης να επηρεαστεί από παράγοντες όπως:
Επιπλέον, ορισμένες παθήσεις μπορεί να μην είναι ακόμη εμφανείς στο δεύτερο τρίμηνο ή να εξελιχθούν αργότερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Για τον λόγο αυτό, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα Β΄ επιπέδου μειώνει σημαντικά την πιθανότητα σοβαρής δομικής ανωμαλίας, αλλά δεν μπορεί να εγγυηθεί την απουσία κάθε συγγενούς, γενετικής ή αναπτυξιακής πάθησης.
Η εξέταση Β΄ επιπέδου αποτελεί βασικό υπερηχογραφικό έλεγχο του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, καθώς επιτρέπει τη λεπτομερή αξιολόγηση της ανατομίας και της ανάπτυξης του εμβρύου και συμβάλλει στην έγκαιρη αναγνώριση πολλών συγγενών ανατομικών ανωμαλιών.
Παρότι κανένας προγεννητικός υπερηχογραφικός έλεγχος δεν μπορεί να αποκλείσει το σύνολο των πιθανών παθήσεων, τα ευρήματα της εξέτασης παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την εξέλιξη της κύησης και, όταν χρειάζεται, καθορίζουν την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση ή εξειδικευμένη παρακολούθηση.
Για τη μέγιστη δυνατή διαγνωστική ακρίβεια, ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέταση να πραγματοποιείται από ιατρό με εξειδίκευση στον προγεννητικό υπερηχογραφικό έλεγχο, με τη χρήση σύγχρονου υπερηχογραφικού συστήματος υψηλής διαγνωστικής ευκρίνειας.
Για εξειδικευμένη καθοδήγηση και υποστήριξη σε κάθε στάδιο της εγκυμοσύνης, ο μαιευτήρας – γυναικολόγος Ιωάννης Ράπτης και η ομάδα του βρίσκονται στην διάθεσή σας. Επικοινωνήστε μαζί μας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας. Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, συναινείτε στη χρήση cookies.
Manage your cookie preferences below:
Essential cookies enable basic functions and are necessary for the proper function of the website.