Στο ιατρείο του Ιωάννη Ράπτη τα προβλήματα υπογονιμότητας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της “Ορμονικής Σχολής της Φρανκφούρτης” – Frankfurter Hormonschule και της Διεθνούς Εταιρείας Γυναικολογικής Ενδοκρινολογίας – ISGE.
Ακολουθήστε μας
Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, παρέχοντας αποτελεσματική διέξοδο σε ζευγάρια, τα οποία, λόγω προβλημάτων υπογονιμότητας, αδυνατούν να αποκτήσουν ένα παιδί.
Η μέθοδος βασίζεται στην αξιοποίηση των αποθεμάτων των ωοθηκών της γυναίκας σε ωάρια, με αποτέλεσμα να χάνει την αποτελεσματικότητά της στην περίπτωση εξάντλησης των αποθεμάτων αυτών.
Στις περιπτώσεις αυτές η εξωσωματική γονιμοποίηση με δανεικά ωάρια αποτελεί μία ρεαλιστική εναλλακτική επιλογή, με υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Κατά τη διαδικασία λαμβάνονται ωάρια από μία ανώνυμη δότρια. Αφού πραγματοποιηθεί η εργαστηριακή προετοιμασία και η γονιμοποίηση αυτών με σπέρμα του συντρόφου της λήπτριας ή ενός δότη, δημιουργούνται έμβρυα, τα οποία εγχύονται στη μήτρα της λήπτριας, με στόχο τη γονιμοποίηση.
Όλη η διαδικασία εξελίσσεται μέσα σε ένα εξαιρετικά αυστηρό νομικό πλαίσιο, το οποίο εξασφαλίζει πλήρη ανωνυμία μεταξύ δότριας και λήπτριας καθώς και συγκεκριμένα ιατρικά κριτήρια (νεαρή ηλικία, καλή φυσική κατάσταση, αποκλεισμός μεταδιδόμενων και κληρονομικών νοσημάτων κ.α.) επιλογής των γυναικών, οι οποίες μπορούν να γίνουν δότριες.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση με δανεικά ωάρια αποτελεί μια πολύ καλή λύση για γυναίκες οι οποίες:
Η εξωσωματική γονιμοποίηση με δανεικά ωάρια αποτελεί μια πολύ καλή λύση για γυναίκες οι οποίες:
Υπάρχουν πολλοί λόγοι, για τους οποίους μια γυναίκα ενδέχεται να χρειάζεται ωάρια δότριας προκειμένου να καταφέρει να μείνει έγκυος. Οι πιο συνηθισμένοι σχετίζονται με προχωρημένη ηλικία, μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία, πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής.
Η επιλογή της δότριας γίνεται πάντα από ιατρική ομάδα, υπό τον αυστηρό έλεγχο της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Το πλαίσιο ελέγχου που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι από τα αυστηρότερα διεθνώς. Οι δότριες υποβάλλονται σε εκτεταμένες γενετικές και βιοχημικές εξετάσεις, σε εξετάσεις λοιμωδών νοσημάτων καθώς και σε ψυχολογική αξιολόγηση. Αναλόγως τη διαθεσιμότητα, λαμβάνονται υπόψιν και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να υπάρξει αντιστοιχία με τα χαρακτηριστικά της λήπτριας.
Η δωρεά ωαρίων είναι αυστηρά εμπιστευτική και απολύτως ανώνυμη. Σε καμία περίπτωση οι μέλλοντες γονείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζουν την ταυτότητα της δότριας και αντίστροφα. Ωστόσο, οι λήπτριες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της δότριας. Επιπλέον η ιατρική ομάδα φροντίζει έτσι ώστε να υπάρχει η μέγιστη δυνατή αντιστοιχία των χαρακτηριστικών της λήπτριας με αυτά της δότριας.
Τα ωάρια προέρχονται από υγιείς νέες γυναίκες, οι οποίες επιλέγουν τη διαδικασία λόγω αλτρουισμού ή λόγω αποζημίωσης. Με άλλα λόγια η δότρια συνήθως επιθυμεί να βοηθήσει ζευγάρια να αποκτήσουν παιδία, ενώ προβλέπεται οικονομική αποζημίωση για τη λήψη φαρμακευτικής θεραπείας, τα έξοδα μετακίνησης και την απώλεια ημερομισθίων λόγω της διαδικασίας.
Παρότι δεν υπάρχει γενετική συσχέτιση λήπτριας και παιδιού, η επιλογή των εξωτερικών χαρακτηριστικών της δότριας, η επιγενετική και η ανατροφή του παιδιού μπορεί να ευνοήσει σημαντικά την ομοιότητά του. Με άλλα λόγια, παράγοντες όπως η μήτρα και το περιβάλλον μπορούν επηρεάσουν σημαντικά την έκφραση των γονιδίων του παιδιού, την ίδια στιγμή που μέσω της ανατροφής, εκφράσεις του προσώπου και συνήθειες του παιδιού εντείνουν την αίσθηση ομοιότητας.
Τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης με δανεικά ωάρια είναι υψηλότερα από αυτά της εξωσωματικής γονιμοποίησης με ίδια ωάρια στον πληθυσμό γυναικών που εφαρμόζεται η διαδικασία. Το γεγονός ότι τα ωάρια προέρχονται από γυναίκες νεαρής ηλικίας, με καλύτερη ποιότητα και ποσότητα γενετικού υλικού, αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας της διαδικασίας, η οποία πλησιάζει το 70-80%.