Στο ιατρείο του Ιωάννη Ράπτη τα προβλήματα υπογονιμότητας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της “Ορμονικής Σχολής της Φρανκφούρτης” – Frankfurter Hormonschule και της Διεθνούς Εταιρείας Γυναικολογικής Ενδοκρινολογίας – ISGE.
Ακολουθήστε μας
Η σπερματέγχυση (IUI – Intrauterine Insemination) αποτελεί μια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής η οποία αφορά πολυάριθμα ζευγάρια με συγκεκριμένες ενδείξεις. Αποτελεί αξιόπιστη επιλογή για τα ζευγάρια, τα οποία αντιμετωπίζουν ήπια προβλήματα υπογονιμότητας, ή δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν σύλληψη με φυσικό τρόπο χωρίς να εντοπίζεται κάποια συγκεκριμένη αιτία. Η σπερματέγχυση πραγματοποιείται με την εισαγωγή ειδικά επεξεργασμένου σπέρματος απευθείας μέσα στη μήτρα της γυναίκας, λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας. Στόχος της μεθόδου αυτής είναι η μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων γονιμοποίησης του ωαρίου.
Η σπερματέγχυση εφαρμόζεται σε ζευγάρια με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και υπό προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα όταν:
Βασικό για την επιτυχία της ενδομητρικής σπερματέγχυσης είναι ο σωστός συγχρονισμός της με την ωορρηξία. Γι’ αυτό, πρέπει να οργανώνεται προσεκτικά από τον ιατρό. Τα βήματα της σπερματέγχυσης είναι τα παρακάτω:
Τα ποσοστά επιτυχίας της σπερματέγχυσης εξαρτώνται από το ιατρικό ιστορικό του ζευγαριού, καθώς και την ηλικία της γυναίκας. Συνήθως, κυμαίνονται μεταξύ 10-20% ανά κύκλο, αλλά μπορεί να φτάσουν και το 25% υπό ιδανικές συνθήκες. Σε γενικές γραμμές, παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία της διαδικασίας είναι οι παρακάτω:
Η σπερματέγχυση μπορεί να πραγματοποιηθεί 3 έως 6 φορές για την επίτευξη της μέγιστης πιθανότητας σύλληψης με τη μέθοδο. Εάν αυτή δεν επιτευχθεί, ο ιατρός θα συστήσει αλλαγή θεραπευτικής στρατηγικής, και συνήθως θα προχωρήσει σε εξωσωματική γονιμοποίηση.
Η σπερματέγχυση είναι μια απλή στη λογική μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Μερικά από τα πιο σημαντικά της πλεονεκτήματα είναι τα εξής:
Η σπερματέγχυση είναι μια εξαιρετική μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με σημαντικούς ωστόσο περιορισμούς:
Ιδιαίτερα σημαντική όταν μιλάμε για ενδομητρική σπερματέγχυση είναι η ακριβής αξιολόγηση του ιατρικού ιστορικού του ζευγαριού, καθώς και των ιατρικών δεδομένων που παρουσιάζονται. Δεν είναι σπάνιο ένα ζευγάρι να ξεκινήσει με ενδομητρική σπερματέγχυση, αλλά να χρειαστεί να στραφεί στην εξωσωματική γονιμοποίηση για την επίτευξη εγκυμοσύνης.
Για εξειδικευμένη καθοδήγηση και υποστήριξη σε κάθε πτυχή της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ο Μαιευτήρας – Γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Ράπτης και η ομάδα του βρίσκονται στην διάθεσή σας. Επικοινωνήστε μαζί μας.
Η διαδικασία της σπερματέγχυσης ξεκινά με τη συλλογή σπέρματος είτε από τον σύντροφο, είτε από τράπεζα. Ακολουθεί ειδική επεξεργασία του δείγματος στο εργαστήριο, κατά την οποία απομακρύνονται τα μη φυσιολογικά κύτταρα, ενώ ταυτόχρονα απομονώνονται τα πιο υγιή και κινητικά σπερματοζωάρια. Στη συνέχεια, το επεξεργασμένο δείγμα εγχύεται απευθείας μέσα στη μήτρα της γυναίκας, μέσω ενός λεπτού καθετήρα. Η σπερματέγχυση πρέπει να συγχρονιστεί με την ωορρηξία, για να έχουμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Η διαδικασία της σπερματέγχυσης είναι απλή και ανώδυνη.
Η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη για αρκετές κατηγορίες ζευγαριών, τα οποία δεν έχουν επιτύχει εγκυμοσύνη με φυσικό τρόπο. Συγκεκριμένα, τη σπερματέγχυση επιλέγουν τα ζευγάρια τα οποία ταλαιπωρούνται με ήπια προβλήματα σπέρματος, δυσκολίες στη σεξουαλική επαφή, όπως στυτική δυσλειτουργία και προβλήματα εκσπερμάτισης αλλά και προβλήματα με τον καταμήνιο κύκλο. Η σπερματέγχυση αποτελεί επίσης επιλογή για γυναίκες οι οποίες επιθυμούν να ξεκινήσουν μια μονογονεϊκή οικογένεια.
Η γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο πραγματοποιείται φυσιολογικά στις σάλπιγγες της γυναίκας. Σε περίπτωση όπου μία ή και οι δύο σάλπιγγες είναι αποφραγμένες, ή έχουν υποστεί βλάβες, τότε η γονιμοποίηση εμποδίζεται, κάτι που καθιστά τη σπερματέγχυση μη αποτελεσματική. Για τον λόγο αυτό, πριν εφαρμοστεί η μέθοδος σπερματέγχυσης, ο ιατρός θα ελέγξει τη βατότητα των σαλπίγγων με μεθόδους όπως η υστεροσαλπιγγογραφία ή η λαπαροσκόπηση.
Η αποτελεσματικότητα της σπερματέγχυσης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 10-20%, ποσοστό το οποίο αγγίζει το 25% υπό ιδανικές συνθήκες. Η επιτυχία της μεθόδου επηρεάζεται από την ηλικία της γυναίκας, την ποιότητα του σπέρματος και τα γενικότερα αίτια υπογονιμότητας.